ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΗΧ/ΚΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΗΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ & ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ



ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΗΧ/ΚΩΝ ΣΧΕΔΙΑΣΗΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ & ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

http://dpsd.tumblr.com/

http://radioblacksheep.blogspot.com

www.reactfestival.gr




Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

Κείμενο για συζήτηση του οράματος της σχολής 10 χρόνια μετά την ίδρυση του ,με αφορμή άρθρο των ιδρυτικών μελών της.


Διαβάστε Περισότερα...

Απάντηση σε προηγουμενή αναρτησή


Μετά από 10 χρόνια λειτουργίας της ακαδημαϊκής μονάδας της Σύρου, διαβάζοντας αυτό το άρθρο προβάλλω τις ανησυχίες μου όχι τόσο πλέον για το όραμα αλλά για την τύχη των εν δυνάμει μηχανικών σχεδίασης προϊόντων και συστημάτων.

Στην ερώτηση ποιο ήταν το αρχικό όραμα της σχολής και η βασική αιτία που συγκροτήθηκε

παραθέτω πιθανές απαντήσεις όπως:

i) Συγκροτήθηκε για να καλύψει την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας / οικονομίας / ίσως και βιομηχανίας/παραγωγής για μηχανικούς σχεδίασης (design engineers ) που προϋπήρχε και αποτελεί αναγκαίο σκαλί στη σκάλα της ανάπτυξης αυτής της χώρας? ii) Συγκροτήθηκε με σκοπό να εμπνεύσει τη δημιουργία και ανάπτυξη ενός παρόμοιου με τα παγκόσμια πρότυπα οικοσυστήματος σχεδίασης και παραγωγής στην Ελλάδα στο οποίο οι μελλοντικοί σχεδιαστές θα ευδοκιμήσουν. iii)Συγκροτήθηκε με σκοπό να απορροφηθούν οι γνώσεις καθηγητών που διαμένουν στην Ελλάδα με σκοπό τη δημιουργία ενός παγκόσμια ανταγωνιστικού επιστημονικού κλάδου της σχεδίασης που θα χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης?

Η σωστή απάντηση θα ήταν φυσικά όλα από τα παραπάνω, φοβάμαι όμως ότι περισσότερο από ένα από αυτά δεν ικανοποιείται στο τμήμα μας.

Στην i) περίπτωση, αντιλαμβάνομαι ότι η ελληνική οικονομία δεν σημείωσε ποτέ μια παγκοσμίως αξιοσημείωτη ακμή απεναντίας τώρα στην ύφεση που διανύει, η κοινωνία τείνει σε λύσεις φτηνών προϊόντων όπου η έλλειψη σχεδιαστή είναι φανερή παρά το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός της χώρας διαμηνύει καθημερινά τη στροφή προς τη ποιότητα .Η τάση στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι η αντιγραφή προϊόντων σχεδιαστών του εξωτερικού και εφαρμογή τους στον ελλαδικό χώρο μειώνοντας κόστος και ρίσκο με συνέπεια τα προϊόντα να αποκλίνουν ποιοτικά. Ο έλληνας σχεδιαστής δεν έχει θέση στο παρόν σύστημα. Όλα αυτά έρχεται να τα συμπληρώσει το γεγονός ότι τα εργασιακά δικαιώματα του νεοσύστατου κλάδου δεν έχουν εξασφαλιστεί όπως όφειλαν οι αρμόδιοι τουλάχιστον ηθικά προς τους απόφοιτους αν όχι νομικά.

Στη ii) περίπτωση, σε ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη και η καινοτομία αποτελεί μόνο συζήτηση, γραφική για κάποιους πλέον, ακόμη και αν η πρόθεση είναι θεμιτή τα αποτελέσματα απογοητεύουν. Θα δεχόμουν ευχάριστα το ότι κάνω λάθος αν κάποιος είχε να μου παραθέσει τις κινήσεις που έγιναν μετά την ίδρυση του τμήματος για την προώθηση των πλεονεκτημάτων του νέου κλάδου και της προσπάθειας πειθούς κοινωνικών, πολιτικών και ιδιωτικών φορέων ,για την συνεισφορά του τμήματος στην ελληνική βιωσιμότητα με φυσικό απώτερο σκοπό να στηριχτεί από τις ομάδες αυτές.

Στη iii) περίπτωση ,αντιλαμβάνομαι ότι διεθνώς αναγνωρισμένοι καθηγητές είχαν την ανάγκη να μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις τους, και ευνοημένοι από πολιτικές συγκυρίες δημιούργησαν πανεπιστημιακό τμήμα για τον κλάδο. Ίσως το ατυχές είναι ότι παρά το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς γνωρίζουν ότι σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο εθνογραφικοί όσο και κοινωνικοί παράγοντες και όχι μόνο η πολιτική συναίνεση για την ίδρυση και μόνο ,δεν εντόπισαν εγκαίρως τα προβλήματα τα οποία θα αντιμετωπίσουν. Προβλήματα όπως ότι στην Ελλάδα έχουμε προπτυχιακά πολυτεχνικά τμήματα 5ετους φοίτησης και όχι τριετούς όπως τα περισσότερα από τα παραδείγματα που αναφέρετε στο παραπάνω άρθρο. Με αποτέλεσμα φυσικά και να μας παρέχονται περισσότερες γνώσεις στα 5 χρόνια εφόσον παρακολουθούνται 15 τουλάχιστον παραπάνω μαθήματα σε αυτό το διάστημα. Προβλήματα επίσης όπως ότι το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο αν και χρίζει σοβαρής αντιμετώπισης στο εξωτερικό από τους παραγωγικούς φορείς λόγο της τεχνολογικά ανεπτυγμένης τους βιομηχανίας και έρευνας(σε ένα κύκλο όπου το πρώτο στοιχείο παρασύρει το άλλο και vice versa) ο Ελλαδικός χώρος ποτέ δε γνώρισε το προνόμιο αυτό στηριζόμενος στον τουρισμό στην γεωργία και με μελλοντικό σωτήρα της οικονομίας την παροχή υπηρεσιών. Ένα εύστοχο ερώτημα τίθεται εδώ. Είναι η πρόθεση του τμήματος να αντιμετωπίζει τους φοιτητές του ως μηχανικούς οι οποίοι α) έχουν σκοπό να δουλέψουν στον ελλαδικό χώρο?, β)στο εξωτερικό? ,γ) ως επιστήμονες στον ελλαδικό χώρο ?δ) στο εξωτερικό?

Χωρίς να περιμένω σαφή απάντηση γιατί φυσικά αυτό εξαρτάται και από τους στόχους και τις κλίσεις του κάθε φοιτητή μπορώ να υπογραμμίσω ότι μόνο στην δ) περίπτωση τα δεδομένα ακούγονται ενθαρρυντικά. Η διεπιστημονικότητα της σχολής δημιουργεί σαφώς ένα πολύ δυνατό θεμέλιο για φοιτητές που θέλουν να συνεχίσουν ερευνητικά στο εξωτερικό. Οι πολυσύνθετοι φοιτητές που θα επιλέξουν το δ) για να εκμεταλλευτούν την υποδομή των ερευνητικών ιδρυμάτων του εξωτερικού και να συνεχίσουν με τη λεπτομέρεια, που δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να ανακαλύψουν εντός του ελληνικού αυτού ιδρύματος και λόγο έλλειψης χρηματοδότησης ,υποδομών και συνεργασίας με τους αντίστοιχους έξω-πανεπιστημιακούς φορείς στο επαρχιακό αυτό τμήμα, που έχει δραματικά μεγάλη σχέση με τις νέες τεχνολογίες(ενδεικτικά αναφέρω το Νεώριο, τις βιομηχανικές περιοχές τόσο στην περιφέρεια Αττικής , κεντρικής Μακεδονίας και άλλων αξιόλογων ελληνικών πρωτοβουλιών). Έχουν όμως όλοι οι φοιτητές τα χρήματα να επιλέξουν περεταίρω σπουδές. Ακόμη και εδώ αναδύετε ελάττωμα και δεν είναι άλλο από την έλλειψη παροχής αλλά ακόμη και έγκυρης ποιοτικής ενημέρωσης για πιθανές υποτροφίες προωθώντας και βοηθώντας έτσι ικανούς φοιτητές να εξελιχθούν.

Η α) περίπτωση αντίθετα ακούγετε η πιο αποθαρρυντική για έναν φοιτητή που μετά από τα 10 χρόνια λειτουργίας της σχολής δεν έχει σαφή επαγγελματικά δικαιώματα, σαφή αρμοδιότητες σε οποιαδήποτε εργασιακό περιβάλλον αλλά και πέρα από τις προσωπικές του ανησυχίες πάνω στο χώρο , σαφή εξειδίκευση. Η προσφορά του σε οποιαδήποτε εργασιακό περιβάλλον εκτός της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματός του είναι παραπάνω από μάταια.

Η β) και η γ) δε παύουν να είναι αποθαρρυντικές ωστόσο μετριάζουν τις πιθανότητες του φοιτητή να συνεχίσει ομαλά μετά τον προπτυχιακό κύκλο σπουδών.

Συγκεκριμένα στη β) περίπτωση πολύ επίμονοι και πολυσύνθετοι σχεδιαστές με σαφέστατες ικανότητες στο συγκεκριμένο αντικείμενο μπορεί να κερδίσουν σε ένα δύσκολο ανταγωνιστικά παγκόσμιο σκηνικό μια θέση εργασίας στο εξωτερικό. Αυτοί δυστυχώς η ευτυχώς αντιστοιχούν κατά δική μου εκτίμηση σε έναν ή δύο σε κάθε ακαδημαϊκή χρονιά και αξίζουν επαίνους.

Στην περίπτωση γ)όσοι τρέφουν ελπίδες να ασχοληθούν επιστημονικά με το αντικείμενο στην Ελλάδα λόγο εκτός του ότι θα πρέπει να συμβιβαστούν στην απογοητευτική αυτή κατάσταση που αναλύεται παραπάνω , θα πρέπει επίσης να υποκύψουν σε άλλους αστάθμητους παράγοντες που δημιουργούν τα χρόνια εσωτερικά προβλήματα του ελληνικού πανεπιστημίου , όπως η οικογενειοκρατία , η αναξιοκρατία , και φυσικά το ελληνικό πολιτικό κλίμα που επικρατεί και επιλέγει το επιστημονικό προσωπικό που απαρτίζει τις σχολές των ελληνικών ιδρυμάτων.

Θέλω πέρα από την ανησυχία να τονίσω ότι το αντικείμενο που διαπραγματεύεται το τμήμα είναι επιστημονικά άκρος ενδιαφέρον και παγκοσμία επίκαιρο και ίσως αυτό να οφείλετε στη στελέχωση του ακαδημαϊκού προσωπικού και της ικανότητάς τους στο αντικείμενο που διδάσκουν. Τονίζω ότι αναφέρομαι μόνο σε μια μερίδα του προσωπικού και όχι στο σύνολό του.

Οι μηχανικοί σχεδίασης δε στο εξωτερικό χρήζουν μεγάλης εκτίμησης και κύρους διαδραματίζοντας συντονιστικό ρόλο σε κάθε μεγάλο έργο με διόλου ευκαταφρόνητες αμοιβές τόσο εκτός Ευρώπης όσο και σε μικρότερη βέβαια κλίμακα Ευρωπαϊκά.

Τέλος δεν κρίνω το έργο ή την αποτελεσματικότητα, δεν είμαι σε θέση άλλωστε να γνωρίζω αποφάσεις που πάρθηκαν, όμως αξίζει να σημειωθεί ότι πάντα οι εύστοχες στρατηγικές αποδίδουν θετικά. Επιπλέον θεωρώ ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω το αποτέλεσμα και το αφιλόξενο για τον μηχανικό σχεδίασης προϊόντων και συστημάτων περιβάλλον στην Ελλάδα χωρίς να θεωρηθώ κακόβουλος.

Τασούδης Σταύρος


Σημ: Αν καποιός θελεί να απαντησεί και η απαντησή του είναι πολυ μεγάλη για να μπει στα σχολία ας τη στειλει με mail στο dpsdfs (at) syros.aegean.gr

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Πρόγραμμα και αποτελέσματα DPSD Football League


Διαβάστε Περισότερα...








ΗΜΕΡ\ΝΙΑ
1η αγωνιστικήΣΚΟΡ

22-Nov20:45RASCO F.C--DE BORUNIA9
--5

22-Nov22:00ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ--XAVALENCIA9
--7

23-Nov20:45ΣΥΝΤDREM TEAM--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ10
--3

23-Nov22:00KOURDOS X CREW--COCA JUNIOR F.C.12
--7

ΗΜΕΡ\ΝΙΑΩΡΑ2η αγωνιστικήΣΚΟΡ

25-Nov20:45RASCO F.C--XAVALENCIA9
--11

25-Nov22:00ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ--ΣΥΝΤDREM TEAM19
--3

26-Nov20:45DE BORUNIA--COCA JUNIOR F.C.13
--7

26-Nov22:00KOURDOS X CREW--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ10
--9

ΗΜΕΡ\ΝΙΑΩΡΑ3η αγωνιστικήΣΚΟΡ

29-Nov20:45RASCO F.C--COCA JUNIOR F.C.16
--7

29-Nov22:00ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ--KOURDOS X CREW9
--7

30-Nov20:45DE BORUNIA--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ6
--3

30-Nov22:00XAVALENCIA--ΣΥΝΤDREM TEAM18
--3

ΗΜΕΡ\ΝΙΑΩΡΑ4η αγωνιστικήΣΚΟΡ

2-Dec20:45RASCO F.C--KOURDOS X CREW13
--11

2-Dec22:00ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ12
--7

3-Dec20:45DE BORUNIA--ΣΥΝΤDREM TEAM17
--4

3-Dec22:00XAVALENCIA--COCA JUNIOR F.C.8
--7

ΗΜΕΡ\ΝΙΑΩΡΑ5η αγωνιστικήΣΚΟΡ

6-Dec20:45RASCO F.C--ΣΥΝΤDREM TEAMANA
--

6-Dec22:00ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ--COCA JUNIOR F.C.ΑΝΑ
--ΒΛ

7-Dec20:45XAVALENCIA--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ12
--8

7-Dec22:00KOURDOS X CREW--DE BORUNIA9
--5

ΗΜΕΡ\ΝΙΑΩΡΑ6η αγωνιστικήΣΚΟΡ

9-Dec20:45RASCO F.C--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ
--

9-Dec22:00ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ--DE BORUNIA17
--6

10-Dec20:45XAVALENCIA--KOURDOS X CREW
--

10-Dec22:00ΣΥΝΤDREM TEAM--COCA JUNIOR F.C.
--

ΗΜΕΡ\ΝΙΑΩΡΑ7η αγωνιστικήΣΚΟΡ

13-Dec20:45RASCO F.C--ΔΕ ΜΠΛΑΚ ΣΙΠ
--

13-Dec22:00DE BORUNIA--XAVALENCIA
--

14-Dec20:45KOURDOS X CREW--ΣΥΝΤDREM TEAM
--

14-Dec22:00COCA JUNIOR F.C.--ΚΟΥΝΕΛΙΑΚΟΣ
--





























ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑΤΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΟΙ 4 ΠΡΩΤΟΙ





ΑΠΌ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ












17-Dec20:451ος--4ος




22:002oς--3ος












ΜΕΓΑΛΟΣ ΤΕΛΙΚΟΣ ΣΤΙΣ 19-12 ΣΤΙΣ 21:00

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

Κειμενό για Συζητηση


Διαβάστε Περισότερα...

Σε συνέχεια της συζήτησης στο συμβούλιο σπουδών ανεβάζω το παρακάτω κείμενο το όποιο έχει γραφτεί εν τη γένεση του τμήματος και περιγράφει το πως το οραματίσθηκαν οι ίδρυτες του. Ίσως η σημερινή μορφή του να διαφέρει αρκετά από αυτή που περιγράφεται παρακάτω.

  • Καλώς ή Κακώς?
  • Ποιο είναι το σημερινό όραμα για το τμήμα?
και
  • Πως μπορεί να πραγματοποιηθεί?
Ελπίζω σε όσο το δυνατών περισσότερα (κατά προτίμηση όχι ανώνυμα) σχόλια
Σημ: Συγγνώμη για τα(δύσκολα) αγγλικά άλλα αν θέλει/μπορεί κάποιος να το μεταφράσει να μου το στείλει για να ανέβει.





Bringing Human Computer Interaction into a Department of

Product and Systems Design


Jenny Darzentas*, Thomas T. Hewett+, Thomas Spyrou*, John Darzentas*
*Department of Product and Systems Design, University of the Aegean,
Ermoupolis, Syros, Greece
+Department of Psychology, Drexel University Philadelphia, PA 19104 USA


jennyd@aegean.gr, hewett@drexel.edu, tsp@aegean.gr, idarz@aegean.gr.



Abstract: This paper describes setting up a curriculum for a new university department of Product and Systems Design. As a result of the activities undertaken, it was noted that there was a surprising lack of Human Computer Interaction (HCI) oriented courses on offer in Design departments. This lack is despite the fact that the HCI literature shows an ever-increasing concern with design of artefacts. Also, design educators frequently refer to the need for more training in user-centred design in order for both students and practising designers to be able to create products and systems for the information age. In the new world of digital as well as tangible objects, of virtual products and services, the theme of usability and accessibility that are central to HCI offer a rich pool of knowledge. This paper explores some of the HCI topics that can be of use to design students and describes how they are to be incorporated into the curriculum of the Department of Product and Systems Design.
Keywords: Design Education, HCI topics


1 Introduction
This paper discusses the experience of a new university department in developing its curriculum to include education on topics directly related to the information society. In this changing society globalisation and the trends in communication technologies are impacting the ways in which people and organisations think and act. The products and systems that designers need to help create will belong to this changing world. For designers of products and systems, this means adopting new perspectives, and understanding that many future activities and tasks will be virtual and many objects will be digital, comprehended only through a mental model or some kind of metaphor.

The inter-dependence of these perspectives and the need for users of products and systems to understand and make use of technology will be a fundamental part of any future design brief. With the ‘growing use of embedded computing systems in all kinds of devices’ (Gorny & Hewett, 1997) the study of topics in the HCI curriculum would seem a very useful part of design education. However, this does not seem to have been recognised in many departments around the world where design is taught and studied. Similarly, many members of the HCI community do not seem to realise that effectively they are engaged in product design and should be integrating their work with that of the design community.

A review of the curricula of Design Schools and university departments world wide, as well as the literature on design education, reveals some understanding of the importance of user-centred design and usability of digital artefacts in the design of products and systems for the ‘information age’ (Boyarski, 1998). While this may not be true of all types of design subcategories (e.g., architectural, engineering, graphic and interior design) it is typically true for industrial and product designers, reflecting a long standing concern with designing for the user (Dreyfuss, 1955). However, few of the design curricula examined specifically mentioned topics in the HCI curriculum, such as interface design, task analysis, interaction design, human social organisation and work, which seen from the HCI perspective, to offer much that is useful to the future product and systems designer. One might be tempted to argue that the lack of HCI in design schools is attributable to design not necessarily producing computer-related artefacts.

However, the fact that some schools of design are now offering courses relating to artefacts that are essentially digital, such as BA in Multimedia Design (De Monfort, UK, Northumbria, UK), Interactive Multimedia (Staffordshire, UK), Bachelor of Design Computing (University of Sydney), suggests this argument is not tenable. Nor can it be claimed that designers are simply not aware of HCI. In their newsletters, and online forums and discussion groups, they often publicise HCI related events. As was shown by the survey, some of the most wellestablished design schools do include HCI courses in their curriculum, but this does not seem to have influenced other schools.

Yet, even if HCI does not at present routinely feature in design departments’ undergraduate curricula, design educators recognize that there is a climate of changing professional needs of graduating industrial designers (McDonagh Philp & Lebbon, 2000). They note that students (and indeed practising designers) need to enhance their knowledge of usercentred design, stressing that: “The development of a robust product specification is dependent upon accurate information about the lifestyle, needs and aspirations of the target user or buyer, as well as the functional constraints of manufacture.” (Torrens, 2000)

This paper argues that the time is right for design departments to allocate some space to the teaching of HCI and for people with HCI expertise to begin working with and in design departments. Typically design is taught as a multi-disciplinary profession and students are confronted with a combination of design issues, technology skills and information to assimilate into their design activities (McDonagh- Philp & Lebbon, 2000). At the same time, the field of HCI increasingly concerns itself with design, (Fields & Wright, 2000) and particularly with designs of systems that feature technologies. Furthermore, the HCI community has of itself also suggested that HCI education could be integrated into the curricula of disciplines such as Design (Gorny & Hewett, 1997; Hewett et al., 1992)

In the next section, the genesis of the department of Product and Systems Design of the University of the Aegean is briefly described, thereby giving the context for the review of the curricula of design schools and for the convening of a workshop on an undergraduate design curriculum. Findings of the survey, as they relate to the current place of HCI within the various programs, are presented and discussed, as are the outcome of the workshop held to structure guidelines for the curriculum to be instantiated in the department of Product and Systems Design.

2 Genesis of the Department ofProduct and Systems Design

The state funded University of the Aegean was founded in 1983, and is one of the largest of the newer Greek universities, being composed of seventeen departments. As part of its mission, the University seeks to move into newer areas of teaching and research, offering subjects that are rarely to be found elsewhere in Greece. The goal is to produce qualified graduates for employment sectors that could not be filled easily because the necessary education was not available in Greece, thereby forcing those who wanted to work in such areas to go abroad to complete their education.

The new department of Product and Systems Design is planned to eventually be part of a complete School of Design. This first founding department concentrates on the design of user centred products and systems in innovative technologies. This meets the University’s conditions for being both forward looking and applied. Also, design constitutes an area of study, which is not being taught in Greece in any unified way at the university level by state funded institutions. It is also a subject that is becoming increasingly important in both the sciences and the arts world-wide (Kaufman, 1999).

In order to help define the knowledge sets required by the graduates, two foundation activities were carried out. The first was a world-wide review of all state funded university design departments, where information was available. The second activity was convening a workshop to which several leading figures in design education, curriculum development and representatives from local industry were invited.

2.1 A Review of Design Curricula

As a basis for identifying the foundation structure of design curricula, a review of design schools and departments was carried out using web sites, and/or contacting schools directly for more information about their curriculum. In total, over 150 schools and programs throughout the world were examined. The countries involved included the United States, Canada, the UK, Australia, Japan, Hong Kong, France, Germany, Sweden, Finland, the Netherlands, Italy, Mexico, Turkey Brazil and Colombia. Several schools were not included in the final comparison because they did not conform to certain basic requirements.

Firstly, the schools and/or departments had to be university level institutions offering an accredited undergraduate Bachelor’s degree. Design is a difficult subject to categorise because of its roots in crafts and guilds. In many cases, there is a blurring between craft schools, where the emphasis is on making and techniques for making, rather than on theory of design. Craft based design schools are often more comfortable when they describe their activity in terms of the materials with which the students study and create, e.g. wood, pottery, jewellery, furniture. Generally speaking, this is more often the case for the design schools of Europe. In the United States, Canada, and Australia, there is a more of a clear-cut division between the activity of making, and the study of design as an academic subject.

Secondly, the review included only schools where funding is provided by the state rather than private sources. Although in some cases, with degrees being offered on a franchising basis from a state funded university, this requirement was sometimes a bit blurred. The focus on state funded institutions was dictated by a concern with seeking comparability of institutions on this rather significant dimension and the other dimensions which are impacted by this critical variable, e.g., infrastructure.

The nature of the education offered as well as the infrastructure under which the institution is operating had to be comparable, before a department was included in the final review.

Of particular interest was identifying departments teaching design as a discipline. In addition there was a particular interest in identifying forward-looking departments, e.g., those engaged in creating products and systems for the ‘information age.’ Consequently, departments of design where smart appliances, and innovative technologies were part of the design project work, were given closer attention than those whose design briefs are in specific ‘tangible object’ areas, e.g. furniture making.

The survey yielded some results that were surprising to those who had, as a result of their HCI teaching and practice, expected to find HCI prominent in design education. Of the 150+ programs identified and reviewed, only 65 provided enough information on their curriculum to be able to ascertain the presence or absence of HCI type topics.

Of these 65, only 11 offered any related subjects at undergraduate level, although more than twice that number offered graduate degrees in some form of interaction design. While it is possible that HCI topics at the undergraduate level went under other names or labels, or were part of special topics seminars, this could not be inferred from available material. What was surprising here was that in an era of growing recognition of the importance of digital artefacts, there seemed to be so little about design of such artefacts being offered to undergraduate students.

Where there was an understanding of HCI issues it was at those schools which are known to be forward looking and innovative. A sample of these are described below, this list is not intended to be exhaustive, but rather, give the ‘flavour’ of how forward looking design departments include HCI or User Centred Design (UCD).

Of the ‘HCI aware’ schools, Carnegie Mellon University (CMU) in the United States is the most prominent. But this is not surprising given that CMU’s Department of Design planned a Masters in HCI in 1994. And even before that, in 1989, it pioneered an undergraduate course in HCI, which besides being the only HCI course at CMU, was housed in the Design Department.

Presently at CMU there are two courses taught at the undergraduate level, which for illustrative purposes are described in more detail. Both courses are called “How People Work” and are taught in the 2nd and 3rd years of a four-year course of study for students in Industrial Design. The first course is an introduction to the general field of applied human factors. It centres on anthropometry, perception and simple human–machine interaction, while providing the student with an introduction to the practice and roots of the human factors profession. The second course assumes literacy in the basic practices of system analysis and data application. It focuses on methods for collecting and analysing information pertaining to design for complex human-machine interaction. “Particular attention is placed on the understanding of the end users current needs and trends that will affect future needs. The primary goal is the translation of that goal into design criteria (specifications) that will be useful during the formative stages of product development.”

Some other schools, such as at the Universities of Loughborough and Staffordshire in the UK, have integrated human computer interaction into their undergraduate curricula. At Loughborough, this integration relies heavily on arranging for design students to meet with end users and discuss requirements intensively and systematically, rather than assume user characteristics. At Staffordshire a Human Factors module is offered in the second year of a three-year course. In this module, Action Research methods are taught to students, and put into practice in their interaction with a group of users. Another small set of schools rely on a multidepartment approach to product design education.

For instance, Product Design Engineering, leading to a BEng degree, is a course run jointly by Glasgow School of Art and the University of Glasgow. It claims a ‘human centred engineering design approach’ as one of its distinctive features. At the Delft University of Technology, in the Netherlands, the School of Industrial Design is organised into four departments, those of aesthetics, engineering, ergonomics and new product development, and each teach courses to the students.
There are, of course, other design schools and departments that offer human factors and ergonomics as part of their undergraduate course such as Umea in Sweden or Savannah in the United States.

Sometimes these topics are optional. Sometimes they are compulsory. Another approach is to integrate some techniques into the fourth (final) year group project work as is being done at Carleton in Canada (Frankel, 2000). However, most often, human factors and ergonomics seem to be treated as peripheral subjects, and are not obviously well integrated into the degree course.

2.2 The Curriculum Workshop

Another activity preparatory to setting up the University of the Aegean’s new department of Product and Systems design was that of holding a curriculum workshop. The title of the workshop was Profile and Curriculum Content of University level studies in Product and Systems Design. The 2-day workshop began with a series of presentation made by representatives of local industry to provide a business context for the discussions to follow.

During the mixture of presentations, discussions,brainstorming and reflection sessions, leading design educators (primarily from the UK, The Netherlands, and Germany) were invited to give their views on international ‘best practice’ in the area of Design Education and Research. Written contributions from design educators in the United States, Australia, and Italy and Norway were also available. Interestingly, although HCI was not mentioned by name, all participants advocated that a policy of user-centred design be deeply embedded in the new curriculum.

In addition to reflecting the practical experience of the assembled educators, this level of agreement may also reflect the fact that product design has a long history of having major practitioners emphasise the importance of user centred design (e.g., Dreyfuss,1955).

In a full day interactive session, ‘facilitated brainstorming’ was used in order to identify and define areas of knowledge that students should have upon completion of their course of study. Workshop invitees unanimously advocated the teaching of ‘systems thinking.’ This term was meant in its widest sense, as an understanding of the context in which a future product or system was going to function, and not merely as the understanding of a technical system. The curricular ‘wish list’ developed by workshop participants had over 80 knowledge modules. Some were distinct topics and some, which were subcategories of others. Elements were grouped together as either ‘core topics’ for design or under the temporary title of ‘collateral topics.’ It was the collateral topics where those that are most closely related to topics found in an HCI curriculum tended to be grouped. Amongst the ‘wish list’ of collateral topics were:

• Sociology-cultural and social factors
• Psychology – human to human interaction
• Human Factors and Ergonomics
• Cognitive Engineering and Ergonomics
• Physical Ergonomics,

Ten days after the workshop, participants were asked to review the complete topic list and give their opinion as to which ones should be taught and at what point in the curriculum. Participants were also invited to revise the groupings if they wished. Two participants each reclassified the 80+ elements, putting them under 4 headings. The HCI type elements bulleted above were listed under the heading ‘Systems Thinking and Systems Concepts’ by one participant, and under the heading ‘Human/Economic Context’ by the other. A third participant specifically requested that ‘Systems Thinking and Systems Concepts’ be given a more prominent place, suggesting that it come immediately after the topics grouped as ‘Theory and Methods of Design’. Interestingly, he also suggested that the HCI elements form part of the Theory and Methods of Design, a fairly stable group of topics viewed by all participants as forming the core of Design subject matter, including History of Design and Concepts and Principles of Design.
Another set of topics, grouped under the title of ‘Problem Framing,’ were considered by the participants, in their ranking and re-organisation of the wish list, as either:
• Only to be considered in the context of an actual design project (1 participant);
• As part of Systems Thinking and Systems Concepts (1 participant);
• As on a par with a consideration of Ethics and Environmental studies (1 participant);
• As part of Creative Thinking (1participant).
Finally, it is worth noting that all workshop participants, without actually mentioning HCI per se,subscribed heavily to the idea that some of those elements that are also fundamental to HCI theory and methods be included in the curriculum.

3 Integrating HCI into theCurriculum of Product and Systems Design

After having looked to see how HCI was taught in design departments, and having consulted with experts both in education and practice, the conclusion that HCI should be integrated into the
Product and Systems Design Department was clear.What was not clear was how and where.

Extrapolating from the many definitions of HCI, and even more of design and designing, it seems that HCI is typically concerned with computing devices and/or digital artefacts, and on simplifying the complexity of the cognitive load. On the other hand, design is typically concerned with an aesthetic dimension that is not present in HCI; with the physical interaction with the product; with materials and production processes. Yet, the rest of the semantic fields of such definitions tend to share the same or similar bodies of knowledge and activities. The recommendation that an HCI specialist needs to be “equally comfortable dealing with technological issues, the needs of individuals and the concerns of their organizations or work groups.” (Hewett et al., 1992) is clearly relevant and applicable for artefact designers in the information age. Similarly, a concern with some of the values and methods stressed in traditional design education such as visual communication skills, idea generation and understanding of the business of product design, could also have value for HCI.

It needs also to be borne in mind that HCI is itself evolving. For instance, there is more than ‘traditional HCI’ in the form of task analysis and cognitive modelling, especially where these are focused on the individual and their interaction with a single computer system. Work on Computer Supported Collaborative Work (CSCW) concerns itself both with the interaction of individuals with one another, and with the context or ‘setting’ of the interaction. Some HCI work borrows from social science methods of studying work practices and designing technology, where the meanings of artefacts are negotiated through practice.

Furthermore, HCI researchers have begun to concern themselves with the often subtle way that work practice is shaped by technology and technology by work practice.

Thus to answer the question, “What can HCI courses offer the design undergraduate?” is to point to bodies of knowledge that can be grouped under the three headings of technology oriented, user oriented and context oriented. Similarly, to answer the question, “What can design courses offer the HCI undergraduate? is to point to bodies of knowledge and techniques which can impact the HCI undergraduate. In this paper, there has been more emphasis on answering the first question. However, the following bullets summarise the main conclusions of the teaching and research staff of the department, whose backgrounds and experience are in Engineering, Mathematics, Physics, Design, Architecture, Art, Operations Research, Systems Thinking and, of course, HCI.

Technology oriented
• Basic computer technology, including hardware, software, networks, and systems
• Basic principles of visual, auditory and tactile displays
• Some basic modeling languages; for rapid prototyping, etc.

User Oriented
• Knowledge about the information processing abilities of the human
• Task Analysis
• Various means of assessing / predicting / addressing usability e.g. usability walkthroughs; predicting usability via human performance models; design rationale; questionnaires; etc.

Context oriented
• Methods and frameworks for the study of workplace and work activity: this can provide insight into not only what problem is that needs to be solved, but what can be most appropriate given the way the work is carried out currently. Some of this can be seen in process re-engineering, contextualising design and ethnography studies. All these are approaches to discovery, to identifying use, values, needs, and to assessing usability ‘in the field’ work (or play) context.

• User Centred Design Methods for requirements capture, problem framing and evaluation: a range of methods and techniques can be introduced to students so that they can choose which one suits them and the situation best for their particular design brief. From Action Research to Soft Systems to Participatory Design where users are involved ‘codesigners/ coanalysts’ rather than solely as subjects of study or providers of feedback Other useful subjects that overlap all three categories are Guidelines and Standards, where both the nature of standards and guidelines, and ways to incorporate them into design are areas to be taught and studied.

At the same time, as has been noted, there are subjects in the Design curriculum that are of immense usefulness to the HCI community, which has been observing and adopting some of these more intuitive techniques and trying to systematise and codify them for a number of years. These are techniques such as:

• Prototyping and User Testing via observation/measurement of user interaction with the artefact, creating possibilities to be seen/touched; soliciting user feedback; focus groups; and examination of strengths and weaknesses of common approaches
• Creativity development through moving from an understanding of what is to what might be, e.g., the roles of metaphor, roleplaying, stories, low-fidelity prototyping, etc. in design.

The most viable way of incorporating these important subjects into the design curriculum in the Department of Product and Systems Design has been to include them as topics in different courses. The degree course is for five years, but from the first year students are introduced to the concepts of HCI. Some of this introduction takes place in an Informatics course that introduces students to concepts from computing systems and information systems, i.e. the technology aspects. Other HCI concepts and practices are part of the Design Theory and Methods course i.e. the human and contextual aspects. This material takes the form of ‘traditional’ HCI in such subjects as task analysis and human information processing, as well as in exploring some of the methodologies and approaches for knowledge acquisition and for gathering user requirements. The goal of introducing HCI units into various modules of the five-year course is to place them where they will be of most relevance to students. The timing of HCI topics is planned to coincide when similar concepts are being discussed in studio and group project work that also starts from the first year.

Following the recommendations noted by Sears (Sears, 1997), each time the literature refers to people, users, or computing systems, students are encouraged to take this in the most modern and futuristic context. For example, ‘people’ can be one user interacting with a system, or a group interacting using a system as a medium. Users can be expanded to include a range of individuals with particular skills and limitations. ‘Computing system’ means much more than the traditional computers as PCs and can include all sorts of devices with embedded CPUs, such as smart appliances or wearable computing. Similarly ‘interaction’ can be between one or more people interacting with ATMs, information kiosks, medical equipment, telephones, aeroplane cockpits, stereos, fax machines, etc, or in networks of all sorts supporting various types of online communities (Preece, 2000a, 2000b).

4 Concluding Remarks

Design graduates are trained to develop their creative and visualisation talents and skills, to communicate effectively, and to understand key components of the world they are designing for, in order to become valued members of the collaborative teams that are today the designers of new products.

At the same time, as part of an interdisciplinary team they will need to interact with team members from different backgrounds. Their knowledge of HCI related subjects is not supposed to make them computer experts, nor experts in ergonomics. Rather, the intention is that exposure to these knowledge sets and skills will make them aware of some of the issues. It will also point them to explicit developing bodies of knowledge where they can look for guidance (e.g., standards in ergonomics, or some cognitive guidelines) and will give them a range of requirements capture and evaluation methodologies and techniques, so essential to user centred design.

The climate of design education, as well as thatof design practice, is ripe for the introduction of HCI oriented courses. The demands of the information society, where knowledge and data have become commodities and where a plethora of new devices enable networking and interacting, rely more than ever on the usability, reliability and attractiveness of these devices in order to increase the efficiency of computer mediated work and communication. The field of human-computer interaction offers a rich and pertinent resource for those whose future activity will be with designing such devices and the systems that support them, and as such it should not be ignored. The merging of the Design and HCI communities, already often a fact within professional practice, could be strengthened were the merge to take place within undergraduate education. There are mutual benefits to be gained on both sides. Not the least for HCI is to be associated with departments and disciplines other than those of Computer Science and Psychology (Gregor et al, 1998).

Introduction of HCI into the undergraduate design curriculum at an early stage will establish firmly the centrality of an HCI orientation in design education for the information age. However, given the rapidity of technological change it is also necessary to begin to think in terms of new types of educational structures, particularly those embodied by ‘life long learning’, where learning does not end with the acquisition of a degree. The knowledge of HCI theories and methods students gain during their undergraduate studies can be revisited and deepened in subsequent learning cycles as required. The department of Product and Systems Design is fortunate in that it has started from a ‘clean slate’ and with a strong interdisciplinary background that permits the establishment of such a curriculum. It is hoped that the experience of implementation of the curriculum should lead both to iterative improvement of the curriculum as well as to identification of core elements of design education which could be integrated into HCI education.

Acknowledgements

The work reported in this paper was partly funded by the Greek Ministry of Education (EPEAEK II) for the development of the Department of Product and Systems Design, University of the Aegean.
Tom Hewett’s work on this project was supported in part by NSF CISE Grant IIS-9873005, Networked Engineering.



Τρίτη, 2 Νοεμβρίου 2010

Φτάνει πια η διάλυση του δημόσιου πανεπιστημίου! της Ξένιας Χρυσοχόου


Διαβάστε Περισότερα...
Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010
Φτάνει πια η διάλυση του δημόσιου πανεπιστημίου! της Ξένιας Χρυσοχόου

Φτάνει πια με την υποκρισία!
Φτάνει πια η διάλυση του δημόσιου πανεπιστημίου!
Στις 26/9/2010 η υπουργός Παιδείας είχε παρουσιάσει τις θέσεις της κυβέρνησης για την Ανώτατη Παιδεία. Από εκείνον τον λόγο, καθώς και τον λόγο του πρωθυπουργού και του υφυπουργού κ. Πανάρετου που μιλούσε για την προστασία του καταναλωτή, φαινόταν ποια είναι η κατεύθυνση των αλλαγών που επεξεργάζονται για το Πανεπιστήμιο. Χθες (23/10/2010), στη σύνοδο πρυτάνεων στο Ρέθυμνο, η Υπουργός παρουσίασε το κείμενο «διαβούλευσης» για τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς το συναίσθημα ενός πανεπιστημιακού που διάβασε το κείμενο. Το μόνο που μπορώ να πω είναι: Φτάνει πια! Φτάνει πια με την κοροϊδία, τον εξευτελισμό της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, την υποτίμηση της νοημοσύνης μας! Φτάνει πια!
Το σχέδιο νόμου που προτείνεται, αν περάσει, θα φέρει μη αναστρέψιμες αλλαγές στο Πανεπιστήμιο. Αποτελεί ένα υβρίδιο πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί, συχνά με αποτυχία, σε άλλες χώρες χωρίς να αποτιμάται η ακαδημαϊκή τους επιτυχία, η σχέση τους με την Ελληνική κοινωνία και τις συνθήκες ζωής. Μιλούν για στρατηγική για την Εθνική Παιδεία αντιγράφοντας μοντέλα, υποτιμώντας ανάγκες και επιπτώσεις. Ήρθε ή ώρα να μιλήσουμε έξω από τα δόντια για το τι σημαίνει αυτό.

Είχα αρχίσει να γράφω ένα κείμενο ανάλυσης του νομοσχεδίου όπως φαινόταν από τις εξαγγελίες των Δελφών αλλά μετά την κατάθεσή του δεν θα επιδοθώ σε αναλύσεις. Θα υπάρξουν και τέτοιες. Θα μιλήσω σαν μαχόμενος πανεπιστημιακός, σαν ένας άνθρωπος που βρίσκεται μέσα στα αμφιθέατρα και προσπαθεί να δώσει το καλύτερο στους φοιτητές, σαν ένας άνθρωπος που δεν έχει υποστείλει τη σημαία της έρευνας, που βάζει από το μισθό του για να τρέχει σε συνέδρια, που αφιερώνει τις διακοπές του σε θερινά σχολεία, που θέλει να στήσει πέντε πράγματα που να προωθούν την έρευνα και την παραγωγή νέας γνώσης στην Ελλάδα. Είμαστε πολλοί τέτοιοι στην Ελλάδα και βαρεθήκαμε την υποκρισία, την κοροϊδία, την υποτίμηση της δουλειάς και της ζωής μας. Φτάνει πια!
Σπούδασα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών σε μια περίοδο όπου οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές δεν ήσαν δυνατές στο χώρο της ψυχολογίας στην Ελλάδα. Αφού ολοκλήρωσα τη διατριβή μου και δούλεψα στη Γαλλία έζησα στην Αγγλία για 7 χρόνια διδάσκοντας ως μέλος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού σε βρετανικό πανεπιστήμιο πριν επιστρέψω στην Ελλάδα το 2004, στο Πάντειο, όπου διδάσκω κοινωνική ψυχολογία. Τα τελευταία χρόνια έχω ζήσει όλες τις προσπάθειες «μεταρρύθμισης» του Ελληνικού Πανεπιστημίου έχοντας την εμπειρία άλλων δύο συστημάτων κι έχω αρθρογραφήσει. Επειδή είμαι παιδί του δημόσιου Πανεπιστημίου, επειδή προσπαθώ να ανταποδώσω με τη δουλειά μου συγχωρείστε την οργή που καταγράφεται σ' αυτό το κείμενο.
Φτάνει πια! Είναι γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο έχει προβλήματα κι ότι η καθημερινότητα τόσο των φοιτητών όσο και των καθηγητών και εργαζομένων είναι πολύ δύσκολη. Η κτηριακή υποδομή είναι ανεπαρκής, δεν υπάρχει αρκετό προσωπικό για να είναι οι υπηρεσίες αποτελεσματικές, υπάρχουν αγκυλώσεις στον τρόπο εργασίας, υπηρεσίες έχουν δοθεί σε ιδιώτες και κοινοπραξίες όπου δουλεύουν άνθρωποι με πολύ κακές εργασιακές σχέσεις, συνάδελφοι χρησιμοποιούν το Πανεπιστήμιο για επιχειρηματικές δραστηριότητες, φοιτητές προσπαθούν να αποκτήσουν πτυχίο και όχι να σπουδάσουν. Το Πανεπιστήμιο δεν είναι διαφορετικό από την κοινωνία στην οποία βρίσκεται. Αν η κοινωνία διαπλέκεται, στον ίδιο βαθμό θα συμβαίνει αυτό και στο πανεπιστήμιο. Αυτή είναι η καθημερινότητά μας και αυτήν δεν την αλλάζουν τα νέα μέτρα που έρχονται να μειώσουν την δημόσια χρηματοδότηση, να δημιουργήσουν νέες εστίες διαπλοκής, να χειραγωγήσουν την έρευνα, να μετατρέψουν τα Πανεπιστήμια σε κολέγια που θα αναζητούν πόρους επιβίωσης αντί να παράγουν νέα γνώση.
Φτάνει πια η υποκρισία! Δεν δικαιούνται να λένε ότι θα πατάξουν τη διαπλοκή μεταξύ πρυτάνεων και φοιτητικών παρατάξεων μειώνοντας τη δημοκρατική συμμετοχή της πανεπιστημιακής κοινότητας, διορίζοντας τους πρυτάνεις, συγκεντρώνοντας εξουσίες σε συμβούλια, αυτοί που για χρόνια χρησιμοποιούν τις φοιτητικές νεολαίες για να ελέγχουν τις εκλογές πρυτανικών αρχών! Είναι τραγικό να καταργείται ένας δημοκρατικός θεσμός προς όφελος της συγκέντρωσης εξουσίας σε λίγους μη εκλεγμένους και μη νομιμοποιημένους. Είναι επίσης τραγικό να καταργείται ένας δημοκρατικός θεσμός γιατί κάποιοι τον καταστρατηγούν. Η κατάληξη αυτού του επιχειρήματος θα ήταν να καταργήσουμε τη δημοκρατική εκλογή βουλευτών γιατί κάποιοι επίορκοι εμπλέκονται σε ρουσφέτια... Το υπουργείο ενδιαφέρεται να έχει τον άμεσο έλεγχο των Πανεπιστημίων μέσω μιας ελίτ που θα διαπλέκεται με την πολιτική εξουσία. Ένα Πανεπιστήμιο που πειθαρχείται δεν προάγει την ελεύθερη σκέψη και την κριτική ικανότητα. Οι Πανεπιστημιακοί είμαστε δημόσιοι λειτουργοί και από αυτή μας την ιδιότητα πηγάζει η ακαδημαϊκή ελευθερία. Αν δουλεύουμε σε καθεστώς επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας αυτή η ελευθερία παύει να υπάρχει.
Φτάνει πια η κοροϊδία! Σε πολλά σημεία διαφαίνεται η θέληση του Υπουργείου να αποποιηθεί της συνταγματικής του ευθύνης να χρηματοδοτεί την ανώτατη εκπαίδευση. Η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων θα γίνεται με βάση δείκτες που κυρίως αφορούν τον αριθμό των φοιτητών. Τα Πανεπιστήμια θα χρηματοδοτούνται «με το κεφάλι» (κουπόνι). Χωρίς υποδομές πόσους θα πάρουν, πώς θα τους διδάσκουν; Αυτό θα οδηγήσει σε μια «άρπα κόλλα» για τους πολλούς για να γίνεται μια δαρβινικού τύπου επιλογή σε αυτούς που θα συνεχίσουν για μεταπτυχιακά (όπου εκεί το άρθρο 16 δεν θα προστατεύει τους φοιτητές από τα δίδακτρα και άρα θα μπουν για να επιβιώσει το Πανεπιστήμιο). ‘Άλλωστε άνεργοι θα βγαίνουν. Έχουν καταφέρει να πείσουν την κοινωνία ότι για την ανεργία των νέων επιστημόνων φταίνε τα πτυχία και όχι η οικονομία της αγοράς! Το επιχείρημα δεν στέκει. Τώρα οι απόφοιτοί μας διαπρέπουν στην Ελλάδα και το εξωτερικό όταν τους δοθεί χώρος να εξασκήσουν αυτά που έμαθαν. Άλλωστε η οικονομία της αγοράς φαλίρισε τη χώρα γιατί εφαρμόστηκε καλά, και όχι γιατί δεν εφαρμόστηκε. Ποιον κοροϊδεύουν όταν λένε ότι θέλουν το Πανεπιστήμιο να συνδεθεί με την αγορά για να γίνει καλύτερο;
Φτάνει πια με τον εξευτελισμό της ζωής και της δουλειάς μας! Γιατί αφήνουν να εννοηθεί ότι οι διδάσκοντες είναι άσχετοι προς τη διεθνή πραγματικότητα; Γιατί πρέπει να κρίνονται από ξένους, να έρχονται ξένοι να διδάξουν, ενώ οι Έλληνες δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν το ίδιο; Δηλαδή αν έμενα στην Αγγλία θα ήμουν ικανότερη να έρθω να διδάξω εδώ απ’ ό,τι είμαι τώρα; Έχει σκεφτεί κανείς σε ποιες συνθήκες ζουν και δουλεύουν οι συνάδελφοι στο εξωτερικό και σε ποιες εμείς; Δεν δικαιούνται να ομιλούν για διεθνοποίηση αυτοί τους οποίους παρακαλάμε μήνες να λήξουν το οικονομικό θέμα με τους εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού για να έχουμε πρόσβαση στα επιστημονικά περιοδικά που αποτελούν το πρωτογενές υλικό για τη δουλειά μας! Σήμερα οι δύο μεγαλύτεροι οίκοι ο Wiley και ο Elsevier δεν δίνουν πια περιοδικά στην κοινοπραξία των Ελληνικών Πανεπιστημίων και κάποιοι έχουν το θράσος να μας μιλούν για ερευνητική παραγωγή... Έχουν το θράσος να μιλούν για έρευνα αυτοί που από το Φλεβάρη που έληξε ο διαγωνισμός για ένα ανταγωνιστικό πρόγραμμα χρηματοδότησης έρευνας με προδιαγραφές διεπιστημονικότητας (Θαλής) ακόμα «μαγειρεύουν» τα αποτελέσματα, αλλάζουν στο δρόμο τα κριτήρια και μεταθέτουν τις προθεσμίες. Έχουν το θράσος να μιλούν για ανταγωνισμό με το εξωτερικό όταν συνάδελφος στην Ολλανδία έλαβε 2,5 εκατ. ευρώ από το κράτος για να κάνει έρευνα και συνάδελφος στην Ελβετία 2 εκατ. ελβετικά φράγκα τον χρόνο για 8 χρόνια για τον ίδιο σκοπό. Ούτε ο Αϊνστάιν να ήμουνα δεν θα μπορούσα να συναγωνιστώ. Προς το παρόν τους εκλιπαρώ να μου στέλνουν άρθρα από περιοδικά. Έχουν το θράσος να μιλούν για υποτροφίες στους φοιτητές όταν το ερευνητικό πρόγραμμα διδακτορικής έρευνας (Ηράκλειτος) δύο χρόνια μετά την προθεσμία υποβολής αιτήσεων τώρα ...ίσως να αρχίσει. Οι φοιτητές φεύγουν στο εξωτερικό όπου έχουν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Εκτός και αν εννοούν τη διεθνοποίηση με το να στέλνουμε τα καλύτερα παιδιά μας να κάνουν πρωτογενή έρευνα έξω. Έχουν το θράσος να μιλούν για προγραμματισμό όταν 800 και πλέον εκλεγμένοι συνάδελφοι με βάση τους κοινούς προγραμματισμούς ιδρυμάτων και υπουργείου περιμένουν τον διορισμό τους δύο και πλέον χρόνια και εν τω μεταξύ δουλεύουν δωρεάν για το Πανεπιστήμιο.
Φτάνει πια με την απαξίωση του λειτουργήματός μας και της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Με βάση το νέο νομοσχέδιο οι μισθοί όσων εργάζονται στο Πανεπιστήμιο θα χρηματοδοτούνται σε ένα ελάχιστο όριο από το κράτος και μετά με βάση κριτήρια θα εξαρτώνται από πόσα χρήματα θα βρίσκει το Πανεπιστήμιο. Ποιός ακριβώς θα χρηματοδοτήσει τις κοινωνικές επιστήμες; Δεν θα χειραγωγείται η όποια έρευνα από τις ανάγκες των χορηγών; Δεν θα εξευτελίζονται οι πανεπιστημιακοί στην προσωπική τους διαπραγμάτευση με τους πρυτάνεις και τα συμβούλια για το μισθό τους; Δεν θα υπάρχει διαπλοκή; Είναι δοκιμασμένο το σύστημα στην Αγγλία με καταστροφικά για την έρευνα αποτελέσματα. Λίγα κέντρα (τα λεγόμενα αριστείας) θα μπορούν στοιχειωδώς να δουλέψουν και οι υπόλοιποι θα είναι στο επίπεδο μεταλυκειακής εκπαίδευσης.
Φτάνει πια με τον εμπαιγμό των νέων! Οι φοιτητές των μεταλυκειακών αυτών ιδρυμάτων μετά από μια εξουθενωτική κούρσα εντατικοποιημένων σπουδών από το γυμνάσιο, θα εκλιπαρούν για δια βίου επιμορφώσεις στις επιχειρήσεις για να βρουν δουλειά, χωρίς επαγγελματικά δικαιώματα που απορρέουν από την επιστημονικό αντικείμενο που σπούδασαν. Θα συνθέτουν μόνοι τους το πτυχίο τους σε σχολές και όχι σε τμήματα που αντιστοιχούν σε γνωστικά αντικείμενα. Με εξατομικευμένα πτυχία και δεξιότητες, καταχρεωμένοι από τα φοιτητικά δάνεια, που το νομοσχέδιο προτείνει να υπάρξουν σε συνεννόηση με το τραπεζικό σύστημα, θα βγαίνουν μόνοι στην αγορά εργασίας. Οι απόφοιτοι θα είναι χρεωμένοι μέχρι το λαιμό, δεν θα μπορούν να βρουν δουλειά και θα αναγκάζονται να δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί για να ξεχρεώσουν. Τότε δεν θα τους λένε ότι τα πτυχία δεν ανταποκρίνονται στην αγορά εργασίας αλλά ότι οι ίδιοι και το ατομικό τους πτυχίο δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς. Δεν είναι εικόνα της φαντασίας μου αλλά πραγματικότητα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με καταστροφικά κοινωνικά αποτελέσματα.
Φτάνει πια με τον εμπαιγμό της Ελληνικής κοινωνίας! Δεν είναι ανεκτό να ακούμε για συνενώσεις τμημάτων και πανεπιστημίων από κείνους που τα ίδρυσαν σε κάθε πόλη για να καλύψουν τις ανάγκες της περιφερειακής ανάπτυξης και να ικανοποιήσουν την εκλογική τους πελατεία. Σε αυτές τις συνθήκες που ζούμε χρειάζεται άραγε να ιδρυθεί τώρα αρχιτεκτονική σχολή στην εκλογική περιφέρεια της υπουργού Παιδείας; Επιτέλους πόσο ηλίθιοι νομίζετε ότι είμαστε;
Το δημόσιο πανεπιστήμιο προσέφερε και προσφέρει στην Ελληνική κοινωνία και η κοινωνία το ξέρει. Πως είναι δυνατόν όταν κάποιος πάει στο γιατρό με την ελπίδα να γιατρευτεί, να μην τον απασχολεί (αντίθετα να το θεωρεί θετικό) ότι αυτός σπούδασε στο Ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Και οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι πολιτικοί μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες οι δάσκαλοι και οι καθηγητές (και αυτοί που δουλεύουν ως φροντιστές) και η πλειοψηφία όσων δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα σε θέσεις ευθύνης έχουν περάσει από το δημόσιο πανεπιστήμιο. Όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ερώτημα, μια αγωνία (πχ. σεισμός, γρίπη, οικονομία, κλιματικές αλλαγές) απευθυνόμαστε σε αυτούς που σπούδασαν, έκαναν έρευνα μπορούν να εξηγήσουν, να περιγράψουν να προβλέψουν τα φαινόμενα. Απευθυνόμαστε σε επιστήμονες. Αυτούς προσπαθεί να δημιουργήσει το πανεπιστήμιο. Κι αυτούς ακριβώς απαξιώνει και διώχνει η σημερινή κυβέρνηση!
Πέρα από αυτή την προσφορά στελέχωσης της κοινωνίας, το ελληνικό πανεπιστήμιο έφερε και μια βελτίωση της ζωής σε πολλούς αφού συντέλεσε στην κοινωνική κινητικότητα και επέτρεψε την καλυτέρευση της κοινωνικής κατάστασης για πολλά παιδιά λαϊκών στρωμάτων. Το Πανεπιστήμιο ανακάτεψε την τράπουλα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και έδωσε τη δυνατότητα μόρφωσης και επαγγελματικής αποκατάστασης σε πολλούς. Αυτή είναι μια άλλη προσφορά του δημόσιου Πανεπιστημίου στην Ελληνική κοινωνία.
Αυτό, το Πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης η υπουργός θεωρεί ότι τελείωσε τον κύκλο του. Γιατί άραγε; Δεν θέλουμε πια ένα Πανεπιστήμιο που να βγάζει επιστήμονες; Δεν θέλουμε πια ένα Πανεπιστήμιο που να έχουν τη δυνατότητα να μπουν όσο το δυνατόν περισσότεροι, απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις; Αν εξετάσουμε προσεκτικά τις πρωθυπουργικές και υπουργικές εξαγγελίες καθώς και το «κείμενο διαβούλευσης» σε συνδυασμό με το νόμο Γιαννάκου και την προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 16 του συντάγματος φαίνεται καθαρά ότι οι κυβερνώντες δεν επιθυμούν ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο. Δεν επιθυμούν ένα Πανεπιστήμιο ανοικτό στους πολλούς που να βγάζει επιστήμονες, ανθρώπους με μεθοδολογία, και κριτική σκέψη. Τα νέα μέτρα πρόκειται να δημιουργήσουν με αυταρχικούς όρους ένα μεταλυκειακό εκπαιδευτήριο το οποίο για να επιζήσει θα βασίζεται στους νόμους της αγοράς και άρα στην οικονομική συμμετοχή των φοιτητών που θα μετατραπούν σε πελάτες.
Εμείς στην πανεπιστημιακή κοινότητα, φοιτητές, καθηγητές και εργαζόμενοι λέμε φτάνει πια! Θα παλέψουμε για άλλη μια φορά για το δημόσιο Πανεπιστήμιο, όχι αυτό που υπάρχει αλλά αυτό που θέλουμε και αυτό που αξίζει στην ελληνική κοινωνία. Θα δώσουμε τη μάχη απέναντι στην προπαγάνδα κατασυκοφάντησης του Πανεπιστημίου και της νεολαίας. Θα δώσουμε τη μάχη κόντρα στο συνδικάτο μας που σήμερα σε μια εποχή ανέχειας, με εκλεγμένους συναδέλφους των οποίων εκκρεμεί ο διορισμός, ετοιμάζεται να δεχτεί 5 εκατ. ευρώ από την κυβέρνηση για να μας καλεί σε σύνεση απέναντι στα μέτρα. Θα δώσουμε τη μάχη ενάντια σε ένα προσχηματικό διάλογο που δεν αφήνει περιθώρια συζήτησης επί της ουσίας αλλά μας καλεί να συζητήσουμε τις επιμέρους διατάξεις εφαρμογής των νέων μέτρων.
Σε αυτή τη μάχη σας θέλουμε, αγαπητοί συμπολίτες, δίπλα μας. Αν οι αλλαγές αυτές περάσουν θα αλλάξει τελείως ο χαρακτήρας της ανώτατης εκπαίδευσης, το DNA των Πανεπιστημίων όπως είπε η υπουργός. Αν η μάχη δεν δοθεί απ’ όλη την Ελληνική κοινωνία μην παραξενευτείτε όταν θα διαπιστώσετε την αλλαγή του δικού της DNA.


Ξένια Χρυσοχόου
Καθηγήτρια Κοινωνικής και Πολιτικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Απόφαση ΚΣ ΣΔΕΠ Π. Αιγαίου: Απεργιακές κινητοποιήσεις 4/11 και 10 και 11/11


Διαβάστε Περισότερα...
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΚΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΔΕΠ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

1 Νοεμβρίου 2010

Το προτεινόμενο ως βάση διαβούλευσης κείμενο του Υπουργείου Παιδείας κατέγραψε ήδη ρεκόρ συσπείρωσης και αντιδράσεων εναντίον του. Ο κύριος άξονας της απόρριψης και αμφισβήτησης του προτεινόμενου πλαισίου συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι, αν τα μέτρα αυτά γίνουν αποδεκτά, θα οδηγήσουν:


-Στη χρεωκοπία των πανεπιστημίων: αναπόφευκτη καθώς οι ήδη ελλειμματικοί προϋπολογισμοί των ιδρυμάτων επωμίζονται τη μισθοδοσία του προσωπικού τους, τόσο του ακαδημαϊκού όσο και του διοικητικού. Προς άγραν επιπλέον πόρων τα ΑΕΙ καλούνται μέσα στη χειρότερη διεθνή οικονομική κρίση μεταπολεμικά, να τρέξουν προς αναζήτηση ξένων φοιτητών, να επιβάλουν δίδακτρα και να πωλούν υπηρεσίες έρευνας και εκπαίδευσης.

-Στόχος της κυβέρνησης είναι να διοικούν τα Πανεπιστήμια μάνατζερ με ολιγομελή διορισμένα Συμβούλια και διορισμένοι Πρυτάνεις, κατά το πρότυπο διοίκησης των επιχειρήσεων. Προφανώς, ο στόχος αυτό συνιστά παραβίαση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτοδιοίκησης των πανεπιστημίων. Η κυβέρνηση, υποκριτικά εξαγγέλλει ότι στόχος της είναι η αναβάθμιση των πανεπιστημίων, ενώ στην πραγματικότητα στρώνει το χαλί για να διοικήσουν τα Πανεπιστήμια αποτυχημένοι παραγοντίσκοι, αποτυχημένοι - ή μη - γόνοι πολιτικών οικογενειών και όσοι άσχετοι -στην κυριολεξία - με το αντικείμενο των πανεπιστημίων, ανακαλύψουν νέο πεδίο άσκησης εξουσίας.

Όμως, η πανεπιστημιακή κοινότητα γνωρίζει πλέον καλά ότι η λειτουργία, η ουσιαστική αναβάθμιση του πανεπιστημίου, η ακόμα ουσιαστικότερη ανταπόκριση στον κοινωνικό του ρόλο, προϋποθέτουν το σεβασμό των καταστατικών αρχών και την αποχή των κυβερνήσεων από όλες εκείνες τις πράξεις και τις πολιτικές που εξέθρεψαν, αν όχι προκάλεσαν, στρεβλά φαινόμενα που ταλαιπωρούν το πανεπιστήμιο σε καθημερινή βάση. Η επιδιωκόμενη αποστέρηση του λόγου και του δικαιώματος ελέγχου από την πανεπιστημιακή κοινότητα και τα συλλογικά της όργανα στον τρόπο άσκησης της διοίκησης από τις διορισμένες διοικήσεις, μόνο σε μεγέθυνση και πολλαπλασιασμό αυτών των φαινομένων θα οδηγήσει. Επιπλέον, είναι γνωστά τα αποτελέσματα που παρήγαγε αυτή η πολιτική στο χώρο της δημόσιας υγείας, μέσω των διοικήσεων των νοσοκομείων που επιβλήθηκαν με παρόμοια λογική σε πλείστες περιπτώσεις και τελικά εξέθρεψαν τη διαφθορά και την κακοδιοίκηση. Η λειτουργική κατάρρευση που υποχρεωτικά θα ακολουθήσει την επιβολή τέτοιων συστημάτων διοίκησης θα είναι και η δικαιολογία για να εξομοιωθούν τα Πανεπιστήμια και οι προοπτικές των εργαζόμενων σε αυτά με τη σημερινή μοίρα των δημόσιων νοσοκομείων και των ΔΕΚΟ.

-Στην κατάφωρη περιφρόνηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου ρόλου των πανεπιστημιακών ως δημόσιων λειτουργών, καθώς τους ήδη πενιχρούς μισθούς τους - που θα οριοθετεί πλέον το δημόσιο ως προς τα ελάχιστα επίπεδά τους και μόνο (χωρίς να τα εγγυάται ουσιαστικά) - θα πρέπει να τους συμπληρώνουν λειτουργώντας ως ελεύθεροι επαγγελματίες στην εγχώρια και αλλοδαπή (;) «αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών». Αφού οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών επιδόθηκαν στην κατασυκοφάντηση και την απαξίωση των πανεπιστημιακών, αυτό που επιδιώκεται τώρα είναι να μεταβληθούν σε διδακτικό δυναμικό που για την επιβίωσή του θα εξαρτάται από τις αποφάσεις των διορισμένων διοικήσεων, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα της διαπραγμάτευσης σε ατομική βάση για τον καθορισμό της τελικής αμοιβής.

-Οι σημερινοί Λέκτορες και Επίκουροι Καθηγητές θα αντιμετωπίσουν άμεσα το φάσμα της υποβάθμισης, της απόλυσης ή της μετανάστευσης (που άραγε πλέον;) με τις οικογένειες, τις επιστημονικές εργασίες και τα διδακτορικά στα χέρια. Όσο για τις ανώτερες βαθμίδες, οι υπηρετούντες σε αυτές θα πρέπει (στη βάση της προτεινόμενης λογικής και εφόσον τα τμήματά τους βέβαια διατηρηθούν στη λαίλαπα του Καλλικράτη) να μάθουν να επιβιώνουν με μισθούς που θα αντιστοιχούν σε κλάσματα των αποδοχών που σήμερα λαμβάνουν (προφανώς ως επιβράβευση για την ακαδημαϊκή τους άνοδο). Σε αυτά τα πλαίσια το (με λεπτό ομολογουμένως ψυχολογικό υπολογισμό) προτεινόμενο δέλεαρ των ατομικά διαπραγματευόμενων αμοιβών είναι ύβρις για ευφυείς ανθρώπους που γνωρίζουν ότι πλέον οι προϋπολογισμοί θα κλείνουν (όπως ήδη φαίνεται) μόνο σε 8μηνη ή 10μηνη βάση. Από που θα αντληθούν χρήματα για "έξτρα αμοιβές" των "ικανότερων" (ή μήπως των κολάκων των νέων Συμβουλίων;), όταν δεν θα υπάρχουν χρήματα για την πληρωμή ανελαστικών υποχρεώσεων;

-Στην πλήρη υπαγωγή του πανεπιστημίου στη λογική της ιδιωτικοποίησης και της αντιμετώπισης του φοιτητή ως πελάτη. Η εισαγωγή της «κάρτας φοιτητή» αποτελεί το πρώτο βήμα για την τελική απόσυρση του κράτους από τη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και την εξοικείωση των φοιτητών και των οικογενειών τους με την ιδέα της καταβολής αντιτίμου, έναντι των «υπηρεσιών» που τους προσφέρει το πανεπιστήμιο. Σε συνθήκες Μνημονίου και κατάργησης του κοινωνικού κράτους, μπορεί κανείς να αντιληφθεί ποιος εν τέλει θα καταβάλλει το αντίτιμο των «υπηρεσιών εκπαίδευσης» στο πανεπιστήμιο-επιχείρηση.

-Στην οριστική κατάργηση της φοιτητικής μέριμνας και στη μεταφορά του κόστους χρηματοδότησης των σπουδών στον ίδιο το φοιτητή με τα λεγόμενα «φοιτητοδάνεια», τα οποία θα καλείται να εξοφλήσει μετά την αμφίβολη είσοδο του στην αγορά εργασίας, πιθανότατα ως ανασφάλιστος και με μισθό των 600 ευρώ.

Οι ήδη πραγματοποιηθείσες δραματικές περικοπές στο προϋπολογισμό των ιδρυμάτων, στη φοιτητική μέριμνα και στις δημόσιες επενδύσεις, αλλά και οι αναστολές διορισμών νέων μελών ΔΕΠ (ενώ παράλληλα αναμένεται η δραματική μείωση των πιστώσεων για συμβασιούχους καθηγητές), έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη ποιότητα του παρεχόμενου έργου (περικοπές μαθημάτων, περικοπές άλλων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, δυσκολία στη λειτουργία εργαστηρίων κλπ). Οι περικοπές αυτές γίνονται οριζόντια σε όλα τα ιδρύματα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι ιδιαίτερες ανάγκες των επιμέρους ιδρυμάτων, όπως είναι αυτές του Πανεπιστημίου Αιγαίου (πολυνησιωτικό ίδρυμα με αυξημένο κόστος λειτουργίας, έλλειψη ιδιόκτητων κτιρίων, υψηλό κόστος διαβίωσης των φοιτητών, νέα Τμήματα με μικρό αριθμό ΔΕΠ και πολλούς συμβασιούχους καθηγητές).

Ο Σύλλογος μας γνωρίζει ότι πέρα από τα ψευτο-ακαδημαϊκά διλήμματα, η μάχη τώρα είναι για την επιβίωση του πανεπιστημίου. Δεν υπάρχουν πλέον λόγοι για δισταγμούς και διαχωρισμούς. στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Ο στόχος είναι κοινός και αφορά την απόκρουση μιας εφιαλτικής προοπτικής: του τέλους του δημόσιου περιφερειακού Πανεπιστήμιου.

Η αντίδρασή μας οργανώνεται κλιμακωτά: ξεκινά από μονοήμερη συμβολική απεργία στις 4 Νοεμβρίου, διήμερη απεργία με διενέργεια εκδηλώσεων -ανοικτών σε όλη την κοινότητα - το διήμερο 10-11 Νοεμβρίου και διενέργεια άμεσων συναντήσεων στα νησιά για ενημέρωση και συντονισμό της κλιμάκωσης του αγώνα. Δεν έχουμε άλλο χρόνο ούτε άλλο δρόμο γιατί δεν μας αφήνουν άλλες εναλλακτικές λύσεις. Ζητάμε από την ΠΟΣΔΕΠ να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να προχωρήσει σε κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, εκπροσωπώντας τα συμφέροντα του δημόσιου πανεπιστημίου.

- Απαιτούμε απόσυρση αυτού του πλαισίου μέτρων αποδόμησης, εδώ και τώρα. Κανένας διάλογος με αυτούς που κατεδαφίζουν το δημόσιο πανεπιστήμιο.

- Διεκδικούμε ενίσχυση της δωρεάν ανώτατης παιδείας για να λειτουργήσει σαν άξονας ανάπτυξης και πολιτισμού. Όχι στη μετατροπή της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης σε κατάρτιση μιας χρήσης, όχι στον κατακερματισμό των προγραμμάτων και στην ακύρωση των πτυχίων.

- Διεκδικούμε γενναία και συστηματική στήριξη των υποδομών των ιδρυμάτων μας.

- Διεκδικούμε ουσιαστική ενίσχυση της διαφάνειας των διαδικασιών στα πανεπιστήμια,

- Διεκδικούμε την αξιοπρέπεια των πανεπιστημιακών όλων των βαθμίδων, το σεβασμό του εκπαιδευτικού και ερευνητικού τους έργου και αξιοπρεπείς συνθήκες και αμοιβές.

- Διεκδικούμε στήριξη του φοιτητικού μας δυναμικού, ούτως ώστε να μη χαθεί μια ολόκληρη γενιά μέσα στη λαίλαπα της κρίσης για την οποία δεν ευθύνεται και να μη συντριβούν οικονομικά οι οικογένειες τους.

Το Κ.Σ Συλλόγου ΔΕΠ
Πανεπιστημίου Αιγαίου